Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

H άνοδος και η πτώση της μεγάλης αυταπάτης

H άνοδος και η πτώση της μεγάλης αυταπάτης

 

Όλες οι απαντήσεις στα δραματικά ερωτήματα που προκαλεί η σημερινή άθλια συνθήκη των εφημερίδων και των περιοδικών (και των ηλεκτρονικών media, αλλά ας μη το ανοίξουμε τόσο) βρίσκονται πίσω, στη δεκαετία της μεγάλης αυταπάτης, τη δεκαετία του ’80.
Η Ελλάδα, με σοσιαλιστική (υποτίθεται) κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, εντός της ΕΟΚ πια, άλλαξε ρότα και ανοίχθηκε στη νέα προοπτική: της δημιουργίας -για πρώτη φορά στην ιστορία της- μιας μεγάλης, μεσαίας τάξης που θα απορροφούσε εντός της εκπροσώπους απ’ όλες τις προηγούμενες ταξικές κατηγορίες και υποκατηγορίες. Στην κατεύθυνση αυτή, με τη συμβολή ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, μιας άνευ προηγουμένου διολίσθησης σε καθεστώς πολιτικής παρανομίας, και κάθε λογής μίζας (π.χ. από τις μίζες προς πολιτικούς για μια θέση στο Δημόσιο ή για διευκόλυνση επιχειρηματικών υποθέσεων με το Δημόσιο και δανειοδοτήσεις έως τις μίζες προς υπαλλήλους της εφορίας ή της πολεοδομίας και τις μίζες-φακελάκι στους γιατρούς των νοσοκομείων), η διαφθορά διαχύθηκε σ’ όλα τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, συνδεόμενη με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και τον «εκσυγχρονισμό» της ζωής του μέσου Έλληνα.
H «γενιά του Πολυτεχνείου»
Συχνά-πυκνά ακούγονται διάφορα για τις ευθύνες της λεγομένης «γενιάς του Πολυτεχνείου» στην κρίση που εκδηλώθηκε σταδιακά μετά του ένδοξο 2004, των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Πραγματικά, δεν μπορεί παρά να παραξενεύεται κανείς με την ευκολία που οι πρώην νέοι που αγωνίστηκαν για τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη ξέχασαν το εγγύς παρελθόν, για να παραδοθούν ανενδοίαστα στη συναλλαγή, στο εύκολο χρήμα, σε μια ζωή που παραπέμπει ευθέως στα ήθη των πλούσιων των αμερικανικών σίριαλ. Η εν πλήρη συγχύσει μεσαία τάξη, που ανδρώθηκε μέσα στη τελευταία τριακονταετία, είναι δικό τους κατόρθωμα, αφού αυτοί ήταν που κατέλαβαν τις πιο καίριες θέσεις του δημόσιου βίου.
Ένα από τα καινοφανή της περιόδου είναι και η εμπέδωση μιας έννοιας που διαμορφώθηκε στη Δύση τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, της «συμπεριφοράς του ελεύθερου χρόνου», που ακριβώς επειδή αντιμετωπίζεται ως συμπλήρωμα του εργάσιμου χρόνου, αντανακλά τα χαρακτηριστικά του – αν το καλό εισόδημα, μέσω απασχόλησης σε υπηρεσίες του αέρα, είναι στόχος του εργαζομένου (τύπου «υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων», «επικοινωνιολόγος», «σύμβουλος επενδύσεων» κ.ο.κ.), και η ιδιωτική ζωή του δεν μπορεί παρά να αντανακλά τις συνειδησιακές στρεβλώσεις του. Εξ ου και η άνθηση που γνώρισε στην εν λόγω περίοδο ο λεγόμενος «καταναλωτικός Τύπος».
Πώς έγινε η άλωση
Γιατί σ’ όλο αυτό το προβληματικό σκηνικό που βιώνουμε από το 2009 κι εξής, ο ρόλος του Τύπου (καθημερινού και περιοδικού) υπήρξε κάτι περισσότερο από κρίσιμος – διαμόρφωσε το πρόβλημα, όντας μέρος του. Αν, λοιπόν, διατρέξουμε τις τρεις προηγούμενες δεκαετίες, θα διαπιστώσουμε τη συνέχεια και τη συνέπεια με την οποία ο Τύπος παραδόθηκε στα χέρια επιχειρηματιών και αλώθηκε από ανθρώπους που χρησιμοποίησαν την τέταρτη εξουσία για να βγάλουν χρήματα – συχνά με τρόπους και μεθόδους που σ’ ένα ευνομούμενο κράτος θα είχαν οδηγήσει στην αμείλικτη παρέμβαση της δικαιοσύνης. Μερικά παραδείγματα είναι ενδεικτικά:
* Το 1981, έτος που συνδέεται με την πρώτη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, πρωτοβγαίνει η καθημερινή εφημερίδα «Το Έθνος», εισάγοντας το μικρό, πρακτικότερο μέγεθος των λαϊκών βρετανικών εφημερίδων. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ και του επιχειρηματία του «Έθνους» προχωρά εντός ενός δικτύου όπου ευδοκίμησε μία πρωτοφανής διαπλοκή του πολιτικού προσωπικού και επιφανών προσωπικοτήτων των ΜΜΕ – με διακύβευμα εμβληματικής σημασίας μεγάλα έργα, από εθνικούς δρόμους έως το τελευταίο πεδίο χοντρής μπίζνας που λέγεται «διαχείριση αποβλήτων».
Η παρένθεση που λέγεται Γιώργος Κοσκωτάς ενισχύει τη γενική εικόνα. Το 1982 αγοράζει τον εκδοτικό οργανισμό «Γραμμή Α.Ε.» από τον Παύλο Μπακογιάννη, το 1984 αγόρασε το 56% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κρήτης (η οποία αναπτύχθηκε εντυπωσιακά μέσα σε λίγα χρόνια από τις καταθέσεις ΔΕΚΟ), το 1987 αγοράζει τον Ολυμπιακό. Ο ίδιος προχώρησε στην έκδοση μιας καθημερινής εφημερίδας («24 Ώρες», που γρήγορα έκλεισε) κι εξαγόρασε άλλες τρεις αντικυβερνητικές εφημερίδες, τη «Βραδυνή», την «Εβδόμη» και την «Καθημερινή» (από την Ελένη Βλάχου το 1986).
Στον αστερισμό του lifestyle
* Τα του σκανδάλου Κοσκωτά στοιχεία (κυρίως αυτά που αφορούν την εμπλοκή πρωτοκλασάτων στελεχών της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ) είναι γνωστά. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν στάθηκε αρκετό να προκαλέσει την υγιή αντίδραση του χώρου του Τύπου – πιθανόν γιατί οι παλιού τύπου εκδότες, που ασχολούνταν μόνο με τις εκδόσεις, είχαν πλέον εκλείψει.
Δεν ήταν μόνο αυτό. Η ιστορική επιστήμη αναγνωρίζει τη σημασία της προσωπικότητας στο ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά στην Ιστορία εξίσου μεγάλη σημασία έχει και το «πνεύμα της εποχής». Και στην Ελλάδα είχαμε μόλις ανακαλύψει την κουλτούρα του lifestyle, τα in και out, την εμμονή με το ευ ζην. Το πλαίσιο της προσαρμογής και της υποταγής στα μακροχρόνια plans των δυτικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών απαιτούσε τα δικά του Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που να υπηρετούν όχι το αναγνωστικό, αλλά το καταναλωτικό κοινό.
Συνομήλικοι του Γιώργου Κοσκωτά είναι τόσο ο Αντώνης Λυμπέρης όσο και ο Πέτρος Κωστόπουλος (γενν. 1953-54). Ο πρώτος, εκκινώντας από ειδικές εκδόσεις (περιοδικά «Surf και Ski», 1981, «Ο Κόσμος του Τένις»,1982, «Yachting», 1984 κ.ο.κ.) αποκτά την εμπειρία που χρειάζεται για να εκδώσει, λίγα χρόνια μετά, το 1988, το «Status», το πρώτο μηνιαίο αντρικό περιοδικό lifestyle. Η συνέχεια της διαδρομής έχει ενδιαφέρον, γιατί αποτυπώνει την παράλληλη εξέλιξη του λεγόμενου «καταναλωτικού Τύπου», των εντύπων δηλαδή που προωθούν, μέσω των επιταγών της μόδας και του lifestyle, την ιδεολογία της κατανάλωσης (με αρχές τύπου «όταν δεν είστε καλά, κάντε shopping-therapy!): το 1990 οι εκδόσεις Λυμπέρη εκδίδουν το «7 Μέρες TV», το 1992 το «Εγώ». Το 2000 οι εκδόσεις Λυμπέρη εισάγονται στο Χρηματιστήριο Αθηνών, παίρνουν το δικαίωμα έκδοσης του γυναικείου περιοδικού μόδας «Vogue» και αγοράζουν το 50% της Δέσμης Εκδοτικής, εκδότριας εταιρείας του «Αθηνοράματος» κι άλλων περιοδικών και οδηγών «υλικού πολιτισμού». Ακολούθησε η έκδοση κι άλλων περιοδικών («Glamour», «Life & Style» κ.ά.), μια τέτοια πολυσχιδής εκδοτική δραστηριότητα που προκαλούσε απορία για το αν και κατά πόσο αφορούσε ένα υπαρκτό αναγνωστικό κοινό. Αλλά σ’ αυτό θα επανέλθω.
Ο συνομήλικος του Λυμπέρη, Πέτρος Κωστόπουλος (ο γνωστός το πάλαι ποτέ και ως «φίλος του Λαλιώτη»), έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό από το μηνιαίο «Κλικ» του Τερζόπουλου, που σύντομα αναδείχθηκε στο πρώτο από κάθε άποψη περιοδικό ποικίλης ύλης για κοινό νεανικό και μοδάτο. Όπως σημειώνει ο Άρης Τερζόπουλος, το «“Κλικ” δεν άντεξε την επιτυχία του» και σιγά σιγά μεταλλάχθηκε σ’ ένα περιοδικό lifestyle, που ειδικεύθηκε στην παραγωγή διασημοτήτων. Στο πνεύμα του μεταμοντέρνου αχταρμά, όλοι χωρούσαν κι όλοι άξιζαν τα λίγα λεπτά διασημότητας, για τα οποία πρώτος μίλησε ο Άντι Γουόρχολ.
Ο Κωστόπουλος θα δημιουργήσει την Ιmako το 1995, για να προχωρήσει στο εξής μόνος του στο δρόμο που χάραξε με το «Κλικ». Το μηνιαίο «Νitro» και το εβδομαδιαίο «Down Town» ακολούθησαν ένα πλήθος εβδομαδιαίων ή μηνιαίων περιοδικών («In Style», «Pink Woman», «Maxim», «OK!», «Esquire» κ.ά.), ενώ βασική παράμετρος στον τζίρο της Ιmako ήταν (και είναι) οι εταιρικές εκδόσεις (της Diners, της Citibank, της Αegean Airlines, του Mall κ.λπ.).
Η μη αναστρέψιμη παρακμή
Τα περιοδικά (και οι εφημερίδες) μέσα στη δεκαετία του ’90 πολλαπλασιάστηκαν πέραν κάθε λογικής (αποδεικνύοντας ότι αυτό στο οποίο διάφοροι επιμένουν, η «αυτορρύθμιση της αγοράς», δεν είναι νόμος γενικής ισχύος, αλλά ύποπτο θεώρημα των ακραίων του φιλελευθερισμού).  Η «λογική» που επικράτησε ήταν ο ολοένα μεγαλύτερος κατακερματισμός της πίτας του κοινού και διαφημίσεων σε μικρότερα μερίδια – όποιος είχε περισσότερα περιοδικά είχε και το μεγαλύτερο μέρος του χρήματος που κυκλοφορούσε.
Ο εκδοτικός πληθωρισμός και το καταναλωτικό πνεύμα που επικράτησε οδήγησε σε ακόμη πιο τρομακτικά επιφαινόμενα. Ο ιός του «καταναλωτικού Τύπου» χτύπησε αμείλικτα και στο όνομα της αύξησης της κυκλοφορίας και του ανταγωνισμού, χάντρες και καθρέφτες εν είδει προσφορών προστέθηκαν ως δέλεαρ των αναγνωστών, γεμίζοντας τα ελληνικά σπίτια μ’ ένα ασύλληπτο πλήθος άχρηστων, φθηνών αντικειμένων (θυμάστε την εποχή που όλα τα γυναικεία περιοδικά κυκλοφορούσαν με μία «πρακτική» τσάντα;).
Βασική συνέπεια της πολιτικής των «προσφορών» είναι ότι άλλαξε η σχέση του αναγνώστη με το έντυπο που αγοράζει: άλλοτε μετρούσε η ύλη του, τώρα ποιο έχει την καλύτερη προσφορά. Αυτό δεν είναι απλό γιατί μόλυνε και την ίδια τη δημοσιογραφική δουλειά – το πνεύμα με το οποίο εισέρχονταν στο χώρο η νέα γενιά των δημοσιογράφων. Η «μόλυνση» δεν εκδηλώθηκε μόνο στην ποιότητα των κειμένων των περιοδικών αλλά και των εφημερίδων.
Τα σοβαρά κείμενα, λ.χ., για τις τέχνες και τα γράμματα περιορίστηκαν εντυπωσιακά κι οι σελίδες των πολιτιστικών αλώθηκαν από το πνεύμα του lifestyle.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σχετικές σελίδες των δύο πιο επιτυχημένων εφημερίδων των τελευταίων χρόνων, του «Πρώτου Θέματος» και της «Real News», είναι εντελώς light, χωρίς σοβαρή τεχνοκριτική, και κείμενα που θα επηρεάσουν και θα συζητηθούν. Αντ’ αυτού, ειδησούλες, παρουσιάσεις, κουτσομπολιό «επωνύμων».
Αλλά αυτά θα κοιτάμε τώρα; Εδώ προσφέρονται κουπόνια σούπερ μάρκετ! Ξέρω ανθρώπους που αγοράζουν 5 κι 6 φύλλα της εφημερίδας που τα πλασάρει. Αν η φτηνή έκδοση έχει 2 ευρώ και προσφέρει κουπόνι 6 ευρώ, το κέρδος στα 6 φύλλα είναι 4×6=24 ευρώ για αγορές στο σούπερ μάρκετ!). Και, ας είναι καλά η κρίση, η κυκλοφορία της εφημερίδας φτάνει τα 200.000 φύλλα.
Οι τελευταίες μέρες του «Επενδυτή»
Πριν από 20 χρόνια, ο «Επενδυτής», η πρώτη μεγάλη εφημερίδα του Σαββάτου, εισήγαγε μια νέα λογική και αισθητική (δες το ένθετο περιοδικό «Symbol», που ο πρώτος εκδότης εμπιστεύτηκε στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο) που γνώρισε ημέρες (κυκλοφοριακής) δόξης λαμπρές.
Οι λοιπές δραστηριότητες του Μιχάλη Ανδρουλιδάκη, ωστόσο, παρέσυραν την εφημερίδα σε μεγάλες περιπέτειες, που, ενωμένοι οι συντάκτες, με επικεφαλής τον Νίκο Φελέκη, ξεπέρασαν με τη διάδοχη μορφή του «Επενδυτή», τον «Κόσμο του Επενδυτή».
Σε λιγότερο από 10 χρόνια, ωστόσο, η εφημερίδα αντιμετωπίζει και πάλι προβλήματα, που εκκινούν από άλλες δραστηριότητες του εκδότη, αλλά συνδέονται άμεσα με όλη την ως άνω συνοπτική περιγραφή ενός προαναγγελθέντος θανάτου: με την κυριαρχία της lifestyle κουλτούρας, την υποταγή του Τύπου στο μοντέλο της κατανάλωσης, την εμπλοκή των εκδοτικών οργανισμών σε πολιτικά και επιχειρηματικά παιχνίδια και το ως εκ τούτης έλλειμμα αξιοπιστίας μεγάλου μέρους του δημοσιογραφικού λόγου.
Δεν είμαστε μόνοι μας
Η κρίση χτύπησε την πόρτα μας και ζητά άμεσο ξακαθάρισμα. Δεν είμαστε μόνοι μας. Οι οικονομικές εφημερίδες κλείνουν, οι αθλητικές το ίδιο, τα περιοδικά βλέπουν τις κυκλοφορίες τους να μειώνονται θεαματικά, η «Ελευθεροτυπία» αναζητά διάδοχη κατάσταση.
Στον Λυμπέρη οι μισθοί έχουν πέσει στα 600 ευρώ, στην Ιmako η παρακμή είναι εμφανής (περιοδικά κλείνουν και ο εκδότης, τζόβενο for ever, δοκιμάζει νέα καριέρα σε τηλεοπτικά προϊόντα τύπου «Dancing on ice»!).
Ένας σύνθετος, πολυεπίπεδος οικονομικός χώρος με χιλιάδες εργαζομένους, που δούλευε για χρόνια αγνοώντας τους κινδύνους του πληθωρισμού που ο ίδιος προκαλούσε (και στον οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι διαφημιστικές εταιρείες, με τα δικά τους άσχημα παιχνίδια), βρίσκεται στο χείλος  της καταστροφής.
Αλλά, επειδή η κρίση του Τύπου αφορά εξίσου την «πραγματική» οικονομία, το πολιτικό μοντέλο που επικρατούσε έως σήμερα, κι ένα μοντέλο ζωής που αποδείχθηκε πόσο στρεβλό είναι, μια νέα εποχή διαφαίνεται στον ορίζοντα, που θα οδηγήσει και στην υγιή ανανέωση και αναβάθμιση του Τύπου.
Η Ιστορία κάνει κύκλους και η σημερινή πτώση μπορεί να ονειρεύεται την νέα άνοδο. Με μας ή χωρίς, έχει δευτερεύουσα σημασία.
ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ
Πηγή:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου