Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Η Κοινωνική Οικονομία ως παγκόσμιο πραγματιστικό φαινόμενο

Η Κοινωνική Οικονομία ως παγκόσμιο πραγματιστικό φαινόμενο

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου, στην αντίπερα όχθη του νεοφιλελευθερισμού στην οικονομία, σχηματίζεται και απλώνεται βαθμιαία μια σημαντική ανάπτυξη του «κοινωνικού ακτιβισμού», της «αυτοοργάνωσης», της κινητοποίησης και ενεργοποίησης πολιτών με κοινό παρoνομαστή την ανάπτυξη δράσεων, που διαμορφώνουν νέους θεσμούς αλληλεγγύης και ενεργοποίησης των πολιτών και, με τη σειρά τους, αυτοί οι θεσμοί οδηγούν στην ανάπτυξη της Κοινωνικής Οικονομίας.

Ο τομέας αυτός, με οποιοδήποτε όνομα κι αν αποκαλείται – τρίτος τομέας ή τομέας αλληλέγγυας Κοινωνικής Οικονομίας ή μη κερδοσκοπικός τομέας – έχει το ίδιο κοινωνικό αποτέλεσμα. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο υλοποιούν την αλληλέγγυα οικονομία. Εργάζονται, παράγουν και καταναλώνουν για την ευημερία των ιδίων και των συνανθρώπων τους και όχι για το κέρδος. Πραγματοποιούν, δηλαδή, αυτό που έχει σημασία για την αλληλέγγυα οικονομία, τη δημιουργία ικανοποιητικών οικονομικών συνθηκών για όλους τους ανθρώπους. Οι κυβερνήσεις και τα κράτη που παρακολουθούν αυτή τη διαδικασία, άλλοτε την εμποδίζουν θεσμικά και άλλοτε την ενσωματώνουν στην πολιτική κοινωνικής πρόνοιας. Μια αναπτυγμένη πρακτική ενσωμάτωσης της κοινωνικής δράσης για τους θεσμούς αλληλεγγύης παρουσιάζει η Ε.Ε.
Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης έχει ακόμη περισσότερο αναδειχθεί η σημασία της Κοινωνικής Οικονομίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι όλα τα προγράμματα καταπολέμησης της φτώχειας αντιμετωπίζονται πλέον με όρους οργάνωσης κοινωνικών επιχειρήσεων στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη.
Οι θεσμοί, ωστόσο, για την ορθολογική και αποτελεσματική διάθεση αυτών των πόρων δεν είναι πάντα αξιόπιστοι και ολοκληρωμένοι για να προσφέρουν μια δυναμική λύση.
Έτσι, μπροστά στην πρωτόγνωρη παγκόσμια απειλή της διογκούμενης φτώχειας, της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, του κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας, πολλά προγράμματα ενώ περιέχουν δράσεις Κοινωνικής Οικονομίας, καταλήγουν να τα διαχειρίζονται, όχι πάντα με διαφανή τρόπο, οι διευθυντικές και οικονομικές ελίτ. Λόγω αυτής της διαχειριστικής ανεπάρκειας καταλήγουν στην κοινωνία με περιορισμένες τις θετικές τους επιδράσεις. Συνεπώς, οι άνεργοι γίνονται έρμαια των οργανωτικών και διαχειριστικών αγκυλώσεων, αφού δεν καρπώνονται πλήρως τα οφέλη των κοινωνικών προγραμμάτων.
Από την άλλη πλευρά, οι ίδιες οι κοινωνίες, έχοντας από μόνες τους ν’ αντιμετωπίσουν τη «λεηλασία» του μέλλοντος, ολόκληρη τη βιόσφαιρα που ″δυσφορεί″ από την κλιματική αλλαγή και εκπέμπει «σήματα» κινδύνου προς όλους, συνειδητοποιούν βαθμιαία ότι το μόνο αντίδοτο στην υπεράντληση φυσικών πόρων και την υποβάθμιση των ανθρώπινων πόρων είναι η ανάπτυξη μορφών κοινωνικής επιχειρηματικότητας με σεβασμό στο περιβάλλον, τον περιορισμό της αλόγιστης κατανάλωσης και τη συμμετοχική οικολογία.
Αυτή η συνειδητοποίηση σε παγκόσμιο επίπεδο σε ένα τμήμα του πληθυσμού έφερε σε επαφή αυθόρμητα κινήματα από όλο τον κόσμο και προσπάθειες για τη δημιουργία μίας διαφορετικής οικονομίας. Στα κινήματα αυτά υπάρχει κατεύθυνση ενός ευρύτερου οράματος για μια κοινωνία, συνεργασίας και αλληλεγγύης. Παράλληλα, αμφισβητείται το σύνολο του υφιστάμενου αναπτυξιακού μοντέλου, όταν το 80% παγκοσμίως ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, με λιγότερο από 10$ την ημέρα. Έτσι, ολοένα και πιο πολύ συνειδητοποιείται ότι η αντιμετώπιση της φτώχειας και η οικονομική μεγέθυνση αποτελούν δύο έννοιες οι οποίες δεν συμβαδίζουν πάντοτε. Ενδέχεται να έχουμε ανάπτυξη σε κάποιους τομείς, ακόμη και υπερανάπτυξη και, ταυτόχρονα, να έχουμε φτώχεια. Φαίνεται καθαρά πλέον ότι τα υφιστάμενα οικονομικά μοντέλα έχουν εγκλωβιστεί στις αντιφάσεις τους. Κι αυτά τα μοντέλα πρέπει να διαφοροποιηθούν από τα κάτω και από μέσα, αφού οι κυβερνήσεις δεν λαμβάνουν σχετική μέριμνα.
Είναι προκλητικό, άλλωστε, το γεγονός ότι η μεγάλη ανάπτυξη των τελευταίων τριάντα ετών έφερε διόγκωση της παγκόσμιας φτώχειας. Παρόλα τα τεχνολογικά μέσα τα οποία διευκολύνουν τον άνθρωπο και μειώνουν τον κόπο πολλαπλασιάζοντας την παραγωγή, η συγκέντρωση του πλούτου σε λίγα χέρια περιόρισε την ανάπτυξη σε χαμηλό, τοπικό επίπεδο. Εξαφάνισε τοπικούς πόρους και έσυρε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στη φτώχεια.
Σήμερα, υπάρχουν περιοχές όπου μετά από μία βίαιη εκβιομηχάνιση και στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού καταλήγουν στην ανεργία. Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι η τεράστια διόγκωση των νεόπτωχων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Επομένως, ανάπτυξη δε σημαίνει απαραίτητα και καταπολέμηση της φτώχειας.
Μετά την αποβιομηχάνιση και την καταστροφή παραδοσιακών αγροτικών καλλιεργειών, οι άνθρωποι έφτασαν στα όρια της φτώχειας και της ανέχειας. Έτσι, νέες μορφές ανταλλακτικής οικονομίας με παραδοσιακές καταβολές ήρθαν στο προσκήνιο. Τέτοιου είδους συναλλαγές εξυπηρετούνται και από τα Τοπικά Συστήματα Ανταλλακτικού Εμπορίου. Μαθήματα ξένων γλωσσών ή μουσικής, συνεργεία αυτοκινήτων ή επιδιόρθωση ηλεκτρικών συσκευών, μεταποίηση ρούχων, ιατρικές ή οδοντιατρικές υπηρεσίες, οικιακές εργασίες, φροντίδα παιδιών, αλλά και ερμηνεία αστρολογικού χάρτη ή μαθήματα γιόγκα, είναι κάποιες από τις υπηρεσίες που μπορεί να συναντήσει κανείς σε καταλόγους προσφοράς των συστημάτων αυτών. Η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση βέβαια είναι οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις.
Τα Τοπικά Συστήματα Ανταλλαγής Εμπορίου (Local Exchange Trading Systems, LETS) είναι μια μορφή συναλλαγής τέτοια, κατά την οποία ανταλλάσσονται προϊόντα χωρίς να παράγεται κέρδος, βοηθώντας έτσι τις τοπικές κοινωνίες να αναπνεύσουν, να ζήσουν και να αναπτυχθούν μέσα σε δύσκολες οικονομικά εποχές. Είναι με λίγα λόγια, ένας τρόπος να ζεις και να εργάζεσαι χωρίς χρήματα.
Τέτοια συστήματα, μη χρηματικών ανταλλαγών, απλώνονται βαθμιαία σε όλο τον κόσμο. Η ανταλλαγή των υπηρεσιών είναι ισότιμη. Το νόμισμα μπορεί π.χ. να είναι ο χρόνος. Η μία ώρα νομικών συμβουλών ισούται με μία ώρα κηπουρικής. Όλες οι υπηρεσίες «ξεπληρώνονται». Υπάρχει μία κεντρική μονάδα που χρεώνει και πιστώνει το λογαριασμό χρόνου κάθε μέλους, όπως ακριβώς μια τράπεζα κρατάει λογαριασμό των αναλήψεων και καταθέσεων. Η ανταλλαγή δεν γίνεται πάντα μέσα στην εβδομάδα, αλλά μπορεί να γίνει και μέσα σε ένα εξάμηνο. Κάποια άτομα αποθηκεύουν χρόνο και για το μέλλον.
Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτή η τάση και φορά των πραγμάτων δεν αφήνει πλέον αδιάφορες τις κυβερνήσεις, καθώς η ανθρωπιστική κρίση κτυπάει την πόρτα σε πολλές χώρες. Από την άλλη μεριά, οι δραστηριότητες των κοινωνικών επιχειρήσεων, που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών, πολιτιστικών, ουμανιστικών αναγκών, προάσπισης ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων, επεκτείνονται. Ο ρόλος των κοινωνικών επιχειρήσεων αναγκαστικά αναγνωρίζεται από κυβερνήσεις και υπερκυβερνητικούς οργανισμούς, καθώς και ο ρόλος των συνεταιρισμών και συνεταιριζομένων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα σ’ αυτό το κλίμα έχει αναγνωρίσει το ρόλο των οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών και τη βαρύνουσα σημασία της Κοινωνικής Οικονομίας και την έχει ενσωματώσει στις πολιτικές της. Παράλληλα, ένα σημαντικό μέρος των κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου επενδύεται σ’ αυτό το σκοπό με τα γνωστά προγράμματα κοινωφελούς εργασίας και καταπολέμησης της φτώχειας.

Η Κοινωνική Οικονομία στην Ευρώπη

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα στην πρώτη θέση ανάπτυξης της Κοινωνικής Οικονομίας. Στην ιστορία των ευρωπαϊκών χωρών, η ιδέα της οικοδόμησης ενός κοινού μέλλοντος για το σύνολο της ηπείρου υπήρξε συγχρόνως ελπίδα και πρόκληση. Μετά τις ολέθριες συνέπειες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ήπειρος γύρισε επι­τέλους σελίδα, καθώς όλο και περισσότερες χώρες της επέλεξαν μια οδό προοδευτικής ενοποίησης, η οποία συνέβαλε στην αποτροπή του κινδύνου νέων συρράξεων.
Αναπόσπαστο μέρος αυτής της διαδικασίας ήταν η εφαρμογή ενός ενιαίου οικονομικού και κοινωνικού προτύπου το οποίο ενστερνίστηκαν όλα τα ιδρυτικά κράτη και το οποίο υπήρξε επίσης ελκυστικό και για τα άλλα επίδοξα μέλη, που αργότερα προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιδίως η σημασία της αξίας της κοινωνικής συνοχής υπήρξε κατευθυντήρια αρχή για πολλές επιλογές οικονομικής πολιτικής, θέτοντας τα θεμέλια για ένα ολοκληρωμένο όραμα ευρωπαϊκής ανάπτυξης.[1]
Η Κοινωνική Οικονομία στην Ευρώπη αντιπροσωπεύει ήδη περίπου το 10% των επιχειρήσεων με παραπάνω από 11 εκατομμύρια εργαζομένους και ένα μεγάλο μέρος από αυτοαπασχολούμενους. Υπάρχουν εξαιρετικά επιτυχημένα παραδείγματα σε πολλούς και διάφορους τομείς της οικονομίας, γεγονός που αποδεικνύει από μόνο του τις μεγάλες δυνατότητες της Κοινωνικής Οικονομίας να αποτελέσει ένα ουσιαστικό αντίβαρο ανάμεσα στις κλασικές επιλογές του κρατισμού και του ιδιωτικού τομέα. Μια πρακτική αλληλέγγυας οικονομίας απέναντι στο μονοδιάστατο στόχο της μεγιστοποίησης των εταιρικών κερδών έρχεται αντιμέτωπη με το εκρηκτικό πρόβλημα της ανεργίας και της διάλυσης της κοινωνικής συνοχής.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις των 80 εκατ. μελών παρέχουν πάνω από 100 εκατ. θέσεις εργασίας, 20% περισσότερες θέσεις δηλαδή από αυτές που προσφέρουν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις. Ενδεικτικό είναι ότι το 2009, παρά την ύφεση, οι 300 μεγαλύτερες συνεταιριστικές επιχειρήσεις στον κόσμο παρουσίασαν αύξηση στην ανάπτυξή τους κατά 14%, με κύκλο εργασιών περίπου 1,1 τρισ. δολάρια, ενώ το 2011 οι επιχειρήσεις αυτές παρουσίασαν αύξηση του κύκλου εργασιών τους στα 1,6 τρισ. δολάρια, ικανοποιώντας ταυτόχρονα και τις κοινωνικές ανάγκες των μελών τους.
Χώρες με έντονη συνεταιριστική δράση, όπως η Φινλανδία (το 62% του πληθυσμού είναι μέλη συνεταιρισμών), η Σουηδία, ο Καναδάς (40% του πληθυσμού είναι μέλη συνεταιρισμών) και η Ισπανία που έχει μακρά παράδοση στο «συνεταιρίζεσθαι» (21,6% των θέσεων εργασίας της χώρας προέρχεται από συνεταιριστικές επιχειρήσεις), εδώ και κάποια χρόνια έχουν καθιερώσει το θεσμό των Κέντρων Υποστήριξης Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων. Αποστολή αυτών των κέντρων είναι να ενημερώσουν, να εκπαιδεύσουν και να βοηθήσουν τους υποψήφιους κοινωνικούς επιχειρηματίες στα πρώτα τους βήματα.
Δεν είναι, επίσης, τυχαίο ότι οι πιο επιτυχημένες και σταθερές οικονομίες παγκοσμίως συμβαίνει να είναι και οι περισσότερο αναπτυγμένες συνεταιριστικά οικονομίες. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις φαίνεται να έχουν σχετικά υψηλότερες επιδόσεις, ενώ είναι πιο ανθεκτικές και σημαντικά σταθερότερες από άλλες μορφές επιχειρήσεων σε περιόδους κρίσης.

Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω ευρωπαϊκές συνθήκες, η Ελλάδα δεν πλήττεται μόνον από δημοσιοοικονομικό έλλειμμα που την οπισθοδρομεί ως οικονομία, πλήττεται και από πολλά επιμέρους θεσμικά ελλείμματα, όπως το έλλειμμα κοινωνικής διαβούλευσης και το οργανωτικό έλλειμμα. Παρουσιάζει κοντολογίς πνευματικό έλλειμμα μιας κοινωνίας με άδειες «δεξαμενές σκέψης» και γνώσης, παρά τον τεράστιο όγκο πληροφοριών που διακινούν τα μέσα ΜΜΕ. Ταυτόχρονα είναι φανερή η ένδεια συνθετικής σκέψης, που υπάρχει από τον κατακερματισμό και τον ετεροπροσδιορισμό της πνευματικής ζωής.
Σε όλα αυτά, εάν προσθέσουμε και το οργανωτικό έλλειμμα συνεργασίας στην κοινωνία, μπορούμε να αντιληφθούμε τις βαθύτερες αιτίες του προβλήματος της κρίσης στην Ελλάδα και της πτώσης του βιοτικού επιπέδου.

                                        Στατιστικά δεδομένα

Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, εκτιμάται ότι η Κοινωνική Οικονομία στην Ευρώπη (η οποία συναπαρτίζεται από τους συνεταιρισμούς, τις αλληλασφαλιστικές εταιρίες, τις ενώσεις και τα ιδρύματα) απασχολεί πάνω από 14,5 εκατομμύρια εργαζόμενους, που αντιστοιχούν στο 6,5 % του ενεργού πληθυσμού των χωρών της Ε.Ε.-27 και γύρω στο 7,4 % του ενεργού πληθυσμού των χωρών της Ε.Ε.-15. Αυτοί οι αριθμοί περιλαμβάνουν ακόμη τη συντριπτική πλειονότητα των κοινωνικών επιχειρήσεων, καθώς σε αυτές συγκαταριθμούνται όλες οι κοινωνικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν νομικές μορφές της Κοινωνικής Οικονομίας, όπως οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί και οι επιχειρηματικές ενώσεις.
Η Κοινωνική Οικονομία στην Ευρωπαϊκή Ένωση αντιπροσωπεύει 6,4 εκατομμύρια θέσεις εργασίας (4,4% επί του συνόλου της απασχόλησης), που κατανέμονται ως εξής: 59% στον βοηθητικό / εθελοντικό τομέα, 34% στο συνεταιριστικό τομέα και 7% στον τομέα των αμοιβαίων επιχειρήσεων. Σύμφωνα με έρευνα του John Hopkins University για τους «μη κερδοσκοπικούς» τομείς, το 84% αυτών των θέσεων εργασίας χωρίζεται σε 4 τομείς δραστηριότητας:
·        Τις κοινωνικές υπηρεσίες
·        Την υγεία
·        Την εκπαίδευση και την έρευνα
·        Τον πολιτισμό και τον ελεύθερο χρόνο.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η Κοινωνική Οικονομία έχει σημειώσει δυσανάλογη μεγέθυνση μεταξύ 2002-03 και 2009-10, καθώς αυξήθηκε από το 6% στο 6,5% της συνολικής ευρωπαϊκής αμειβόμενης απασχόλησης και από τα 11 εκατομμύρια στα 14,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.
Πρόκειται βέβαια για ένα φαινόμενο που δεν περιορίζεται στην Ευρώπη, αλλά ενδυναμώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο, όπως καθίσταται σαφές από τα στοιχεία για τους συνεταιρισμούς που δημοσιεύτηκαν από το “World Cooperative Monitor” (Παγκόσμιο Παρατηρητήριο Συνεταιρισμών) του “Euricse” και της «Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης» (www.monitor.coop).
Είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν ακριβή δεδομένα για την Κοινωνική Οικονομία και τους οργανισμούς που τη συγκροτούν, αφενός λόγω της έλλειψης προτυποποίησης των τύπων οργανισμών από χώρα σε χώρα και αφετέρου λόγω της ανεπαρκούς προσοχής που οι στατιστικές υπηρεσίες επιδείκνυαν παραδοσιακά σε αυτούς τους τύπους οντοτήτων. Παρόλα αυτά, οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις επιτρέπουν μια πρώτη ανάλυση της συγκρότησης της Κοινωνικής Οικονομίας.
Στην Ευρώπη υπάρχουν διαφορετικοί τύποι οργανισμών της Κοινωνικής Οικονομίας. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν συσταθεί ως ενώσεις, ιδρύματα και άλλες παρεμφερείς μορφές: αν συμπεριλάβουμε τόσο την αμειβόμενη όσο και την εθελοντική εργασία, αντιστοιχούν περίπου στο 65% της απασχόλησης στην ευρωπαϊκή Κοινωνική Οικονομία.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι γεωργικοί συνεταιρισμοί κατέχουν συνολικό μερίδιο αγοράς γύρω στο 60% στην επεξεργασία και εμπορία γεωργικών αγαθών και εκτιμώμενο μερίδιο 50% στην προμήθεια εισροών. Η Ευρώπη διαθέτει περίπου 4.200 συνεταιριστικές πιστωτικές τράπεζες με 63.000 υποκαταστήματα. Αυτές οι συνεταιριστικές τράπεζες έχουν 50 εκατομμύρια μέλη (περίπου 10% του πληθυσμού της Ε.Ε.), 181 εκατομμύρια πελάτες, 780.000 εργαζόμενους, 5,65 τρι­σεκατομμύρια ευρώ σε στοιχεία ενεργητικού, και μέσο μερίδιο αγοράς γύρω στο 20%. Όσον αφορά τον ευρωπαϊκό τομέα λιανικής, 3.200 καταναλωτικοί συνε­ταιρισμοί απασχολούν 400.000 άτομα και έχουν 29 εκατομμύρια μέλη, 36.000 σημεία πώλησης και κύκλο εργασιών 73 δισεκατομμυρίων ευρώ. Οι συνεταιρισμοί λειτουργούν συνεπώς προστατευτικά για τις θέσεις εργασίας εκατοντάδων χιλιάδων γεωργών και μικρών επιχειρηματιών, οι οποίοι κατορθώνουν να παραμένουν στην αγορά χάρη στις οικονομίες κλίμακας που παρέχουν οι συνεταιρισμοί.
 από το βιβλίο του Βασίλη Τακτικού



[1]www.socialeconomy.eu.org - Social Economy Europe

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου