Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση ως συμπράττων εταίρος

για τη θέσμιση της κοινωνικής οικονομίας

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να συμμετέχει συστηματικά σε κοινωνικές συμπράξεις, να χρησιμοποιεί κοινωνικούς συνεταιρισμούς για την προσφορά κοινωνικών υπηρεσιών προς τους πολίτες, για δράσεις ανθρωπιστικής βοήθειας και προστασίας του περιβάλλοντος αξιοποιώντας τη συμμετοχή των εθελοντικών οργανώσεων.
Σε αυτό το επίπεδο αναφορικά με την Ελλάδα, υπάρχει η ανάγκη σύναψης ενός συμφώνου συνεργασίας μεταξύ Τοπικής Αυτοδιοίκησης και οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών για την Κοινωνική Οικονομία, το οποίο να στοχεύει στην αντιμετώπιση της φτώχειας, τη μείωση των μεγάλων ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν την κοινωνία μας, τη μείωση της ανεργίας των νέων και όλα αυτά σε μια περίοδο που ενώ αφθονούν οι διαθέσιμοι υλικοί πόροι, (οι τεχνολογικές δυνατότητες και οι ανθρώπινοι πόροι από τη σκοπιά της εκπαίδευσης) ταυτόχρονα να υπάρχει υστέρηση επιχειρηματικότητας.

Πρακτικά, ένα τέτοιο σύμφωνο μπορεί να ξεκινήσει με την υπογραφή ενός μνημονίου συνεργασίας για την Κοινωνική Οικονομία σε τοπικό επίπεδο μεταξύ κάθε δήμου και οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών της περιοχής. Ως στόχοι του συμφώνου συνεργασίας μπορούν να τεθούν η δημιουργία κοινωνικών επιχειρήσεων με συνεταιριστική ή κερδοσκοπική μορφή και βέβαια η δημιουργία ενός κέντρου παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών σε κάθε επίπεδο επιχειρηματικής, κοινωνικής και εθελοντικής δραστηριότητας. Αυτό το κέντρο θα μπορούσε να είναι ένα «κέντρο εξυπηρέτησης της κοινωνικής, αλληλέγγυας οικονομίας», όπου θα παρέχεται συμβουλευτική για τη δια βίου μάθηση στις καλές πρακτικές και στην αντιμετώπιση της ανεργίας, με έμφαση σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες (π.χ. μετανάστες, νέοι, γυναίκες).

Κοινωνικές συμπράξεις

Οι Κοινωνικές Συμπράξεις είναι ενώσεις που συμμετέχουν οι δήμοι, οι οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών, επαγγελματικά σωματεία και κοινωνικοί συνεταιρισμοί. Το έργο τους είναι να συντονίζουν και να υποστηρίζουν επιμέρους δραστηριότητες κοινωνικής επιχειρηματικότητας σε μια περιοχή.
Στην Ελλάδα, υπάρχει πλήθος συλλογικών οργανώσεων, αλλά πολύ μικρό ποσοστό κοινωνικής επιχειρηματικότητας που αναλαμβάνουν συλλογικοί φορείς και κοινωφελείς επιχειρήσεις της Τοπική Αυτοδιοίκηση, σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει με τη δραστηριότητα των Κοινωνικών Αναπτυξιακών Συμπράξεων και να αντιμετωπιστεί το θεσμικό έλλειμμα που είναι ζήτημα επιπέδου οργάνωσης μιας κοινωνίας. Αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο, με την κινητοποίηση ανθρώπινων πόρων μέσω της συλλογικής επιχειρηματικότητας και των δομημένων «συμπράξεων» Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κοινωνικών φορέων.
Η δυναμική των κοινωνικών συμπράξεων στη δοκιμαζόμενη από την κρίση ελληνική οικονομία, είναι ότι μπορεί να μειώσει το κόστος κοινωφελών υπηρεσιών σε μεγάλο ποσοστό και να δημιουργήσει τοπική απασχόληση εκεί που αδυνατεί το κράτος και η αγορά. Η μείωση του κόστους συναλλαγών και του εργατικού κόστους είναι ακριβώς το κλειδί για να γίνουν βιώσιμες κοινωνικές και κοινωφελείς υπηρεσίες, που σήμερα αποδυναμώνονται και το κράτος είναι αναγκασμένο να τις καταργήσει, λόγω της δημοσιονομικής πίεσης του χρέους. Η εξοικονόμηση του λειτουργικού κόστους εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα υπηρεσιών εκεί που με τις δημοσιονομικές συνθήκες που επικρατούν στο δημόσιο σήμερα να μην υπάρχει άλλη διέξοδος και να κινδυνεύουν να καταργηθούν.
Το πλεονέκτημα γενικά των κοινωνικών επιχειρήσεων βρίσκεται στη δραστική μείωση του διαχειριστικού κόστους, αμοιβών διοικητικών και άλλων στελεχών που στις κοινωνικές επιχειρήσεις είναι περιορισμένο, στον κοινωνικό έλεγχο της εργασίας που γίνεται πολύ αποδοτικότερη κατά μονάδα καθώς ο υπάλληλος/εργαζόμενος λογοδοτεί άμεσα στην τοπική κοινωνία και στους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, αντίθετα με τη νοοτροπία των αργόμισθων δημοσίων υπαλλήλων. Έχουμε χιλιάδες παραδείγματα κρατικών και δημόσιων οργανισμών όπου η αργομισθία ήταν για πολλά χρόνια καύχημα και οι παροχές προς τον πολίτη ανύπαρκτες. Αυτά συμβαίνουν, λόγου χάρη, σε γηροκομεία, παιδικούς σταθμούς και δημόσιες υπηρεσίες υγείας / πρόνοιας. Ανάλογα παραδείγματα αυτής της προσέγγισης έχουμε, εάν λάβουμε υπόψη τα δεδομένα της Κοινωνικής Οικονομίας, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, που μας δείχνουν με αριθμητικούς δείκτες πλέον την καταλυτική συμβολή στο ΑΕΠ των κοινωνικών επιχειρήσεων, αλλά και την κοινωνική συνοχή, που εξασφαλίζεται μέσω της ανάπτυξης της Κοινωνικής Οικονομίας.

Το θεσμικό έλλειμμα

Με αυτά τα δεδομένα το επίπεδο της κοινωνικής οικονομίας στην Ελλάδα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το κρυφό έλλειμμα, εάν λάβουμε υπόψη τη μεγάλη διαφορά από το μέσο όρο στην ΕΕ, η οποία στην Ευρώπη βρίσκεται στο επίπεδο του 10% περίπου, ενώ στην Ελλάδα μόλις στο 2-3% του ΑΕΠ. Το γεγονός αυτό συσσωρεύει χρόνιες αδυναμίες στην ελληνική οικονομία, ενώ μπορεί να θεωρηθεί και μία από τις γενεσιουργούς αιτίες της γενικότερης κρίσης, καθώς η οικονομία μας στερείται εναλλακτικά μέσα, πέρα από το κράτος και την αγορά, για να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία και κοινωνικό κεφάλαιο για την ανάπτυξη.
Παράλληλα, πρέπει να επισημανθεί ότι, ο δείκτης ανάπτυξης των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών αναγνωρίζεται στην Ευρώπη και ως μέσο ανάπτυξης της Κοινωνικής Οικονομίας, αυτός ο δείκτης με τη σειρά του έχει σχέση με την αντιμετώπιση της κρίσης και της διαφθοράς, στη χώρα μας φαίνεται ότι αυτή η αναγνώριση απουσιάζει και η υπόθεση αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα. Έτσι, ουσιαστικά δεν υπάρχει μέριμνα συντονισμού για την αξιοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, μολονότι πρόσφατα θεσμοθετήθηκε στην Ελλάδα η Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (Κοιν.Σ.Επ.) με το νόμο 4019/2011.
Οι προβλεπόμενοι πόροι ενίσχυσης από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο γι’ αυτό το σκοπό δεν έχουν ακόμη διατεθεί ως ενίσχυση πρωτοβουλιών από την αρμόδια διαχειριστική αρχή του ελληνικού δημοσίου. Επομένως, δεν απομένει κάτι άλλο από την αυτοοργάνωση και συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, για να ευδοκιμήσει ο θεσμός στην Ελλάδα.

Γραφειοκρατία της παρακμής

Ο μεγάλος συνένοχος αυτής της κατάστασης είναι προφανώς, η κρατική γραφειοκρατία και η υπαλληλοκρατία. Οι μοναδικοί σύμμαχοι που μπορεί να έχει η Τοπική Αυτοδιοίκηση για την αφύπνιση του εκάστοτε τομέα ευθύνης της, είναι οι κοινωνικοί ακτιβιστές και η μόνη λύση που μπορεί να έχει είναι η σύμπραξη με όλους εκείνους που θέλουν και μπορούν να αγωνιστούν για να αλλάξουν τα δεδομένα της κοινωνικής επιχειρηματικότητας στη χώρα.
Είναι γνωστό ότι στον δημόσιο τομέα, οι εργαζόμενοι δεν αποδίδουν ανάλογα με τις οικονομικές απολαβές. Μια μεγάλη μερίδα των υπαλλήλων παραβιάζει συστηματικά το ωράριο εργασίας, ενώ η απόδοσή τους είναι ελάχιστη. Κάποιοι έχουν ακόμα στο μυαλό τους την απολεσθείσα ευημερία των δανεικών, την επίπλαστη οικονομία, την οικονομία της «φούσκας» και εξακολουθούν να διεκδικούν προνόμια, προκαλώντας αντίστοιχα θύματα σε τομείς της οικονομίας που δεν απολαμβάνουν την προστασία του κράτους και των πολυεθνικών δηλαδή, τους μικροεπαγγελματίες, τους αυτοαπασχολούμενους, τους ανέργους και τόσους άλλους.
Η σπατάλη των διαθέσιμων κοινοτικών πόρων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, που ελάχιστα πιάνουν τόπο, είναι το γνώρισμα της διαχείρισης των κοινοτικών πόρων στη Ελλάδα και, ειδικότερα, από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο. Αυτό καταδεικνύει ότι πόροι ακόμα υπάρχουν, αλλά δεν υπάρχουν πόροι για σπατάλη. Συμπερασματικά, στη σημερινή συγκυρία δεν λείπουν οι φυσικοί, υλικοί και ανθρώπινοι πόροι, αλλά λείπει η δημιουργική αξιοποίησή τους.

Κράτος και προσφορά εργασίας

Έχοντας κατά νου την πολυπλοκότητα της σύγχρονης οικονομίας και τους όρους εκείνους υπό τους οποίους δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, θα πρέπει να απαλλαγούμε από την αυταπάτη ότι το κράτος μπορεί να λειτουργήσει ως «θεός» ώστε να τα προβλέπει όλα, να τα επιχειρεί όλα και να μεριμνά για όλα παίρνοντας ρίσκο για το καθετί χωρίς να συμμετέχουν στην επιχειρηματική διαδικασία και οι πολίτες. Το κράτος, ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι, πέραν από ορισμένους τομείς παραγωγής δημόσιων αγαθών, όπως παιδεία, υγεία, δημόσια έργα, είσπραξη φόρων κ.ά., δεν είναι σε θέση να επεκτείνει την επιχειρηματικότητά του εκεί που λειτουργούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι αυτοαπασχολούμενοι. Όπου το κράτος ιστορικά υπήρξε ο απόλυτος επιχειρηματίας, το έκανε με δικτατορία και απόλυτη στρατιωτική πειθαρχία και αυτό μόνο για περιορισμένες ιστορικές περιόδους εμπόλεμης κατάστασης ή επαναστατικής διέγερσης.
Ο προφανής λόγος, που το κράτος στις ειρηνικές και δημοκρατικές κοινωνίες δεν μπορεί να γίνει επιχειρηματίας σε όλα τα επίπεδα, είναι διότι σε αυτή την περίπτωση θα χρειαζόταν μια τεράστια γραφειοκρατία ώστε να ελέγχει την κάθε μικροεπιχείρηση κι αυτοαπασχολούμενο εάν πηγαίνει στο χώρο εργασίας του, αν αποδίδει προϊόν και αν αυτό είναι χρήσιμο για την κοινωνία. Το κόστος σ’ αυτήν την περίπτωση, ακόμα κι αν λειτουργούσε άψογα το σύστημα, θα ήταν τεράστιο, δε θα επαρκούσαν οι φόροι ή η υπεραξία του προϊόντος ώστε να λειτουργήσει μια τέτοια γραφειοκρατία. Γι’ αυτό και το κράτος όταν επεκτείνεται πολύ, γίνεται κακός επιχειρηματίας. Αυτό έχει αλλεπάλληλα δοκιμαστεί στην ιστορία με καταστρεπτικά αποτελέσματα.
Από την άλλη μεριά, όταν η οικονομία βρίσκεται σε κρίση και μειώνεται το κέρδος, πολλές από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις οδηγούνται στη χρεοκοπία και την πτώχευση, με συνέπεια να οδηγούνται εκατομμύρια εργαζόμενοι στην ανεργία.
Επομένως, ούτε το κράτος ούτε η αγορά μπορούν να αναχαιτίσουν την ανεργία. Εδώ, λοιπόν, επιβάλλεται να δοθεί μια εξήγηση όχι μόνο από το κράτος, αλλά και από τους συνδικαλιστές και τους εργαζόμενους. Μια εξήγηση και μια προοπτική για το τι μπορεί να γίνει απ’ αυτό το σημείο και πέρα. Πώς μπορούν να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας;
Οι θεσμοί της Κοινωνικής Οικονομίας δίνουν μια συνολική απάντηση στα ερωτήματα αυτά στα κεφάλαια που ακολουθούν.
Το μοντέλο αυτό της Κοινωνικής Οικονομίας δεν αγνοεί τους όρους της αγοράς που έχει τη δική της δυναμική στην ανάπτυξη και στη συγκέντρωση κεφαλαίου. Ούτε το γεγονός ότι οι τράπεζες και ο καπιταλισμός, ως οικονομικό μοντέλο, έχουν μια δημιουργική αρχικά και έως ένα βαθμό, συμβολή στην ανάπτυξη των πόρων. Η παγκόσμια όμως διαπίστωση είναι πλέον ότι όταν το σύστημα λειτουργεί ανεξέλεγκτα, συγκεντρωτικά και μονοπωλιακά μετά από ένα στάδιο, από τη μια πλευρά, συσσωρεύει πολύ πλούτο κι από την άλλη, φτώχεια. Επομένως, χρειάζεται ένα μέτρο ελέγχου και παράλληλα ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης, που θα βασίζεται στην επιστήμη καταπολέμησης της φτώχειας και όχι μονόπλευρα, στην κερδοσκοπία, κι αυτό, με άλλα λόγια, είναι η συμβολή της Κοινωνικής Οικονομίας στην παγκόσμια σταθερότητα και μείωση των ανισοτήτων.
Γι’ αυτό το λόγο, άλλωστε, η Κοινωνική Οικονομία μπορεί να θεωρηθεί ως μια οργανωτική τεχνολογία-επιστήμη αντιμετώπισης της φτώχειας. Όσο οι κοινωνίες αφυπνίζονται, αυτοπροσδιορίζονται και αυτονομούνται, σε σχέση με τις εξουσίες οι οποίες εξυπηρετούν μόνο τις διευθυντικές, ολιγαρχικές οικονομικές ελίτ, τόσο οι οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών θα δημιουργούν εναλλακτικά πρότυπα οργάνωσης ή θα πιέζουν για νέους θεσμούς.
Ας μην ξεχνάμε ότι, ορισμένα χαρακτηριστικά της διαδικασίας συγκρότησης της αλληλέγγυας οικονομίας είναι: η συλλογική δυναμική, η αυτονομία, η οριζόντια δικτύωση, η συνεργασία, η αλληλοβοήθεια, η ενότητα στη διαφορά, η τοπική δικτύωση και η παγκόσμια αλληλοσύνδεση.
Σε αυτή την πολύ κρίσιμη περίοδο, λοιπόν, υπάρχει η ανάγκη κινητοποίησης των ανθρώπινων πόρων για να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα προβλήματα του κοινωνικού αποκλεισμού και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Έτσι, τα ζητήματα των θεσμών αλληλέγγυας και Κοινωνικής Οικονομίας έρχονται επιτακτικά στην επικαιρότητα.
Αυτό που παρατηρείται σ’ όλο τον κόσμο είναι ότι τα εμπόδια είναι πολιτισμικά. Η καταναλωτική κουλτούρα αξιολογεί την ποσότητα, την υπερβολή, την ιδιοκτησία και το μεγάλο όγκο αποβλήτων υψηλότερα από την ευημερία των ανθρώπων και των κοινοτήτων.
Λογικά η αντικατάσταση του καταναλωτικού μοντέλου με βιώσιμες μορφές παραγωγής, με την καθιέρωση νέων τρόπων παραγωγής, κατανάλωσης και ζωής που βασίζονται στην αλληλεγγύη είναι ένα αίτημα του καιρού μας.

Σεισάχθεια και Κοινωνική Οικονομία

Η κρίση χρέους που ταλανίζει την ελληνική οικονομία μετά το 2009, είτε αποδίδοντας τα αίτια στο σπάταλο κράτος και τη διαφθορά, είτε αποδίδοντας τα αίτια στους μηχανισμούς της αγοράς, έχει επισκιάσει τα ζητήματα του τρίτου τομέα της οικονομίας. Η επισκίαση αυτή, εσκεμμένη ή μη, αποπροσανατολίζει την κοινωνία να κινητοποιηθεί προς την εξεύρεση λύσεων, που μπορούν να υπάρξουν μέσω του τρίτου τομέα, δηλαδή της Κοινωνικής Οικονομίας.
Με χρεωμένους τους μισούς Έλληνες και τις στρόφιγγες των τραπεζών κλειστές, προφανώς είναι πολύ δύσκολη η επανεκκίνηση της οικονομίας και η δημιουργία νέων επιχειρήσεων και, ειδικότερα, κοινωνικών επιχειρήσεων. Σε τέτοιες κρίσεις και σε ανάλογες εποχές, ένα γενικό μέτρο που από την πλευρά της πολιτείας θα μπορούσε να προκαλέσει την επανεκκίνηση της οικονομίας, είναι η λεγόμενη σεισάχθεια και η μερική διαγραφή των χρεών για τα κοινωνικά στρώματα που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση.
Διανύοντας τον πέμπτο χρόνο της ελληνικής κρίσης χρέους χωρίς σημάδια ανάκαμψης της παρατεταμένης ύφεσης, τίποτε από όσα σχεδιάζονται από το ελληνικό πολιτικό σύστημα και τους εκπροσώπους των θεσμών, δεν φαίνεται να οδηγεί στο ορατό μέλλον στην επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας.
Το μόνο που μπορεί να εξασφαλιστεί, είναι η μεταφορά των βαρών του χρέους από το κράτος προς τους πολίτες και στην επόμενη γενιά, όχι μόνο στους εισοδηματίες έχοντες και κατέχοντες, αλλά και σε αυτούς που εργάζονται και επιχειρούν στην πραγματική οικονομία.
Ο φαύλος κύκλος θα συνεχιστεί γιατί το χειρότερο είναι πως, για να επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος χρειάζεται ακόμη πιο βαριά φορολογία να πέσει στα ακίνητα, στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, προκαλώντας έτσι, μεγαλύτερη οικονομική ασφυξία στην πραγματική οικονομία, μεγαλύτερη ανεργία, φτώχεια και ανατροφοδότηση του φαύλου κύκλου που προκάλεσε την κρίση. Μέχρις ενός σημείου, θα μπορούσε ορθολογικά το δημόσιο χρέος να μειωθεί και να περιοριστεί το άνοιγμα των τραπεζών, αλλά αυτό σημαίνει ταυτόχρονα ότι θα μειωθούν περαιτέρω τα έσοδα του κράτους και οι κοινωνικές παροχές και στο τέλος θα έχουμε μεγαλύτερη έκρηξη της ανεργίας με πιθανές κοινωνικές εκρήξεις.
Κι όλα αυτά πρόκειται να συμβούν, γιατί ακόμη δεν αντιμετωπίζεται η γενεσιουργός αιτία της ύφεσης που είναι η αχαλίνωτη κερδοσκοπία. Διαφορετική θα ήταν η εξέλιξη, μόνον εάν το κόστος της κρίσης και της πλασματικής κερδοφορίας που επιτυγχάνουν οι κερδοσκόποι, πλήρωναν οι τράπεζες και οι χρηματαγορές ως βασικοί υπαίτιοι της κρίσης, οι προνομιούχες ελίτ του δημοσίου και της κλεπτοκρατίας και όχι οι χαμηλόμισθοι και οι συνταξιούχοι που βρίσκονται κάτω από τα όρια της φτώχειας. Το δεδομένο όμως που έχουμε μπροστά μας με την ασκούμενη πολιτική, είναι το κόστος προσαρμογής να πέφτει στην υπερφορολόγηση της πραγματικής οικονομίας.
Κανένα κόμμα και κανένας οικονομολόγος δεν έχει παρουσιάσει μέχρι τώρα μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση, με ταυτόχρονη ενίσχυση της απασχόλησης και παραγωγικότητας της οικονομίας, πέρα από τις κλασικές θεωρίες που έχουν ήδη εφαρμοστεί και μας οδήγησαν εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. Σχεδόν κανένας πολιτικός στην Ελλάδα δεν μιλά για τρίτο τομέα της οικονομίας και για την Κοινωνική Οικονομία, που η εφαρμογή της αναζωογονεί τις οικονομίες της κεντρικής Ευρώπης.
Εδώ, με τις επικρατούσες κυρίαρχες αντιλήψεις, έχουμε μείνει στην πόλωση μνημόνιο - αντιμνημόνιο, δηλαδή δεχόμαστε η δεν δεχόμαστε τις δανειακές συμβάσεις με τους θεσμούς, ενώ είναι βέβαιο ότι χωρίς αυτές τις δανειακές συμβάσεις το κράτος, σε πολλούς τομείς θα κατεβάσει ρολά. Η συζήτηση και ο πολιτικός διάλογος δεν φτάνει ποτέ στους όρους αναζωογόνησης της πραγματικής οικονομίας, η οποία σήμερα σε όλα τα προηγμένα κράτη βασίζεται και στην συνεταιριστική οικονομία.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αν χρειάζεται ή δεν χρειάζεται η Ελλάδα την εξωτερική βοήθεια από τους εταίρους της στην Ευρώπη, που είναι προφανέστατο ότι την χρειάζεται αλλά, πώς αξιοποιεί αυτή τη βοήθεια από τη στιγμή που η ελληνική πλευρά την έχει στα χέρια της. Πού ακριβώς πήγαν 210 δισ. βοήθεια και τι μέρος από αυτό καρπώθηκαν οι τράπεζες;
Εάν συνεχιστεί – όπως συμβαίνει σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του δανείου να πηγαίνει στην ανακεφαλαίωση των τραπεζών και στη συνέχιση της κλεπτοκρατίας στην Ελλάδα εις βάρος της παραγωγικής οικονομίας, τότε πάλι είναι βέβαιο ότι δεν θα επιτευχθεί τίποτε περισσότερο πέραν της επιμήκυνσης στην εξυπηρέτηση του χρέους.
Ασφαλώς, έτσι δεν θα γίνει τίποτε ουσιαστικό, γιατί η ληστρική λειτουργία των τραπεζών είναι μια από τις βασικές αιτίες και πηγή του προβλήματος της κρίσης χρέους, όπως έχει αποδειχθεί σε παγκόσμιο επίπεδο και όπως θα αποδειχθεί ακόμη πολλές φορές, μέχρι να καταλάβουν οι κοινωνίες τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης.
Έτσι, η λύση που προτείνει το Πανελλήνιο Παρατηρητήριο Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών είναι η Σεισάχθεια και η Κοινωνική Οικονομία, δηλαδή «κούρεμα» των δανείων και αποτίναξη των βαρών από τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ταυτόχρονα με την ενίσχυση της κοινωνικής και συνεταιριστικής οικονομίας, για την επανεκκίνηση της οικονομίας.
Η σεισάχθεια, όπως είναι γνωστό ιστορικά, ήταν η μεταρρύθμιση του Σόλωνα για την αποτίναξη των βαρών με την κατάργηση των χρεών στους ακτήμονες που είχαν καταλήξει δούλοι από τα χρέη. Η μεταρρύθμιση αυτή ήταν και το πρώτο αποφασιστικό βήμα στη γένεση της Δημοκρατίας στην Αθήνα που ολοκληρώθηκε αργότερα με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη.
Σήμερα ασφαλώς, η σύγχρονη μορφή της δουλείας και της εξάρτησης από την πλουτοκρατία είναι πιο περίτεχνη και πιο soft καθώς υπάρχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και πιο ανελέητη ταυτόχρονα, για κάποιον που καταλήγει στην ανεργία. Οι αρχαίοι λαοί δεν είχαν πρόβλημα ανεργίας γιατί πάντα χρειαζόντουσαν εργατικά χέρια και δούλους καθώς δεν υπήρχαν μηχανές. Έτσι οι δούλοι μπορεί να μην είχαν δικαιώματα ιδιοκτησίας αλλά τουλάχιστον σιτίζονταν. Σήμερα, σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να υπάρχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά η ανεργία σπρώχνει στην πείνα μεγάλα τμήματα πληθυσμού.
Έχει, λοιπόν, μεγάλη σημασία σήμερα να δούμε συνοπτικά, πώς οι οικονομίες με τόσα τεχνολογικά μέσα καταλήγουν στο φαινόμενο της τεράστιας φτώχειας και ανεργίας και πώς αντιμετωπίζεται πραγματικά αυτό το φαινόμενο, καθώς και ότι το πρόβλημα αυτό, είναι πάνω απ’ όλα πολιτικό και όχι τεχνοεπιστημονικό, όπως υποστηρίζουν διάφοροι τεχνοκράτες. Γιατί οι «οικονομολόγοι» της σχολής του Φρίντμαν και της σχολής του Κέινς αποδείχθηκαν τελικά «θεολόγοι» του φονταμενταλισμού της αγοράς ή του κρατισμού.
Η βασική αιτία, λοιπόν, είναι ότι τα τεράστια κέρδη της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ, δημιουργήθηκαν παράλληλα και αντιστρόφως ανάλογα με τα τεράστια χρέη κρατών και νοικοκυριών, με εργαλεία τους ανεξέλεγκτους μηχανισμούς των τραπεζών. Υπολογίζεται ότι, η σχέση των πραγματικών αγαθών, πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας, καταναλωτικά προϊόντα, υπηρεσίες κ.λπ. προς τις χρηματικές αξίες και τις διάφορες μορφές του χρήματος χάρτινου και ηλεκτρονικού λογιστικού, έχει μικρότερο ποσοστό αξίας από τις εικονικές αξίες μέσα από τις χρηματαγορές. Επιτρέπει τη δημιουργία μιας τεράστιας χρηματοοικονομικής «φούσκας» εις βάρος της παγκόσμιας πραγματικής οικονομίας, εάν λάβουμε υπόψη ότι από αυτή την εικονικότητα της οικονομίας ένα μικρό μέρος έχει σκάσει και εξαερωθεί, φανταστείτε τι θα γίνει όταν θ’ αρχίσει να σκάει η μια «φούσκα» των χρηματαγορών μετά την άλλη. Όταν καινούργια χρέη θα προστεθούν στα παλαιά χρέη και οι τράπεζες, υπό τον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ, όπου το 1/100 του πληθυσμού ελέγχει το 90% του χρηματοοικονομικού πλούτου των αγορών, δεν θα μπορούν πλέον να κάνουν τίποτε να συγκρατήσουν την χρηματοοικονομική κατάρρευση. Υπερχρεωμένα κράτη δεν θα μπορούν να καλύψουν με τίποτα τις «φούσκες» τραπεζών και να εγγυηθούν τις καταθέσεις των μεγάλων FUNDS.
Τι θα μπορούσαν τότε να κάνουν τα υπερχρεωμένα κράτη όταν δεν θα μπορούν να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματα των τραπεζών; Προφανώς, θα έχουμε μια σειρά από ανεξέλεγκτες χρεοκοπίες κρατών και όχι ελεγχόμενες χρεοκοπίες, όπως συμβαίνει σήμερα με την ελληνική οικονομία. Θα μπορούν τα κράτη να επιβάλουν ολοένα και περισσότερους φόρους; Μπορεί η μεσαία τάξη να αντέξει κι άλλους φόρους; Έως πότε π.χ. η Κίνα θα αγοράζει χρέος των ΗΠΑ σε ομόλογα; Και με ποια ανταλλάγματα;
Πολλοί είναι εκείνοι που δεν θέλουν να βλέπουν την έξυπνη στρατηγική της Κίνας να αγοράζει από την μια μεριά χρέος του δημοσίου των ΗΠΑ τοις μετρητοίς και από την άλλη να αγοράζει τεχνολογία και υπηρεσίες από την παγκόσμια αγορά με πιστώσεις, συγκρατώντας παράλληλα την εσωτερική της κατανάλωση, με στόχο μακροπρόθεσμα την παγκόσμια οικονομική ηγεμονία. Αλλά μέχρι πότε θα συγκρατείται η κοινωνία της Κίνας στην υποκατανάλωση; Αυτό και μόνον το ζήτημα χρειάζεται μια ειδική ανάλυση που δεν είναι του παρόντος βιβλίου για να δούμε πού πηγαίνει ο κόσμος γενικά.
Το βέβαιο είναι πως ο παγκόσμιος καπιταλισμός και ο σύγχρονος φονταμενταλισμός της αγοράς με τα στοιχεία που βγαίνουν στην επιφάνεια, έχουν φτάσει στο σημείο να εγκυμονούν την αναπότρεπτη και αναπόφευκτη γενικευμένης κρίσης. Στο μέλλον, αυτή η τάση εξαιτίας της τεράστιας ανάπτυξης-μεγέθυνσης που οδηγεί ολοένα και περισσότερο στην υπερθέρμανση της οικονομίας, για να εξυπηρετεί το παγκόσμιο χρέος με παράλληλη αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας. Πρόκειται για μια αυτοκαταστροφική διαδικασία που απαιτεί υπεράντληση των φυσικών πόρων και μειωμένους μισθούς για τους ανθρώπινους πόρους στο βωμό της εξυπηρέτησης του διογκωμένου χρέους.
Η παγκόσμια οικονομία μετά από αλυσιδωτές κρίσεις, αργά ή γρήγορα, θα φθάσει στο σημείο καμπή που το χρέος σε καμία περίπτωση δεν θα μπορεί να εξυπηρετηθεί στο σύνολό του, ακόμη κι αν βυθίσει τα 3/4 της παγκόσμιας κοινωνίας στη φτώχεια.
Η απάντηση σ’ αυτή τη ζοφερή κατάσταση έρχεται, βέβαια, μέσα από τον τρίτο τομέα της οικονομίας που σκιαγραφούμε στο δεύτερο κεφάλαιο. Παράλληλα, χρειάζεται μια νέα συνολική πρόταση για την Παγκόσμια Σεισάχθεια και Κοινωνική Οικονομία, τη διαγραφή χρεών για νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την επανεκκίνηση της παραγωγικής διαδικασίας μέσω του συνεργατικού τομέα της οικονομίας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου